Το ξύπνημα το πρωινό, δεν είναι για γραφίστες

Η ομάδα της Typografos.Gr Μεγάλος Χορηγός του Soft Skills Academy
Δεκέμβριος 15, 2017
Ολοκληρώθηκε το 4ο Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Έξυπνη Συσκευασία & Marketing»
Μάρτιος 3, 2018

Το ξύπνημα το πρωινό, δεν είναι για γραφίστες

Το ξύπνημα το πρωινό, δεν είναι για γραφίστες

Γράφει ο Παναγιώτης Λαμπρίδης.

Ωραίο πράμα ο ύπνος μάγκες.

Πάντα είχα τη φαντασίωση, να ‘μουνα λέει στην Καραϊβική, με τα κοκτέιλς μου ανά χείρας και ον δε ροκς, ενώ αιθέριες εξωτικές υπάρξεις θα λικνίζουν τα εβένινα κορμιά τους ολούθε τριγύρω. Και ζαλισμένος καθώς θα ήμουν, από το αλκοόλ και τα παρελκόμενα, θα με νανούριζε γλυκά η αύρα της θάλασσας, κλείνοντας μου απαλά τα βλέφαρα πάνω σε μια αιώρα. Ναι, ποια ώρα. Ξύπνα Βασίλη.

Εντάξει παιδιά μη βαράτε. Το ξέρω ότι είναι λίγο δύσκολο, όμως αν δεν γινόταν αυτό, θα μπορούσα να συμβιβαστώ με το να ξυπνάω όποτε γούσταρα, ανεξαρτήτου τοποθεσίας. Να χουζούρευα λέει κάνα μισαωράκι, κοντά μεσημεράκι και μετά να πήγαινα δουλειά. Η και να μην πήγαινα και καθόλου, δεν θα με πείραζε.

Κοιμήσου παλικάρι μου κι η τύχη σου δουλεύει, θα μπορούσαν να σχολιάσουν οι κακές γλώσσες και μάλλον θα είχαν δίκιο, γιατί θα ΄ταν η μόνη που θα δούλευε στο σπίτι. Αλλά που να δουλέψει κι αυτή η δόλια. Η κωλοφαρδία άλλωστε είναι προνόμιο των λίγων κι από μας πέρασε και δεν ακούμπησε.

Όμως τι να κάνομε, να αποθάνομε?

Κι έτσι να ήταν η ζωή μου, θα ΄χε το γούστο της. Κάθε μεσημεράκι στις καφετέριες θα την άραζα με τα υπόλοιπα άνεργα φιλαράκια. Θα βαστούσα μια καπουτσινάρα στο χέρι, το γυαλί μου καρφωμένο στην κεφάλα και εξονυχιστικά θα εξετάζαμε τους κώλους που θα παρελαύναν μπροστά μας μέχρι να φτάσει απόγευμα. Κι ύστερα καπάκι στο προποτζίδικο για Κίνο με χαρτζιλίκι απ’ την σύνταξη της μαμάς, μπας και δουλέψει η τύχη που λέγαμε. Ζωή και κότα.

Στην θέση ετούτη, βρέθηκα που λέτε για κάποιο διάστημα, αλλά ευχάριστη δεν θα την έλεγες. Γιατί ωραίο το χαλάρωμα, αλλά αν παραχαλαρώσεις θες πολύ λίφτινγκ μετά. Και που να τραβιέσαι τώρα. Αποφάσισα λοιπόν να ξυπνάω για να πηγαίνω δουλειά. Ζοριζόμουν λίγο, αλλά πήγαινα.

Ναι αλλά πως πήγαινα. Αδερφέ πως να το κάνουμε, δεν είμαι πρωινός τύπος και μεταξύ μας παλαιότερα, αισθανόμουν και λίγο ρεμάλι που δεν το χα και πολύ με το πρωινό. Μέχρι που διάβασα μια έρευνα που έλεγε, ότι δεν έχουν εκ φύσεως όλοι οι άνθρωποι τα ίδια ωράρια στον ύπνο. Άλλοι είναι πρωινοί και άλλοι βραδινοί τύποι. Ε μα πέστα άνθρωπέ μου. Είναι θέμα λέει γονιδίων, βιορυθμών και κάτι τέτοιων όρων με πολλά σύμφωνα. Το διάβασα δεν το πολυκατάλαβα να σας πω, όμως το άλλοθί μου το πήρα επιστημονικά τεκμηριωμένο.

Ωστόσο, τα αφεντικά στην Ελλάδα φίλοι μου, δεν καταλαβαίνουν από βιορυθμούς κι από έρευνες. Τι το πέρασες παιχταρά μου σου λέει εδώ. Σουηδία? Ο σύγχρονος Έλλην επιχειρηματίας, ξέρει ότι για να είσαι αποτελεσματικό αφεντικό, θέλει τον υπάλληλο να τον τρέξεις λιγουλάκι και να του χώσεις και ολίγα καντήλια. Έτσι του ‘πε ο daddy καθώς του παραχωρούσε τη διεύθυνση της επιχείρησης. Κι άντε τώρα εσύ να του εξηγήσεις τα Ευρωπαϊκά κόλπα που μαθές στα ίντερνετς. Ρε άντε πάγαινε.

Έτσι λοιπόν, τι να κάνω ο καλλιτέχνης, αφού πάντα σχεδόν σε κάτι τέτοιους έπεφτα, σηκωνόμουν κάθε πρωί αργά και βασανιστικά να σύρω το αλαβάστρινο μου κορμί προς το νιπτήρα, αφού έχω κλείσει την αφύπνιση πρώτα καμιά 45ρια φορές.

Πρωινό ξύπνημαΑυτό με την αφύπνιση να σας πω τώρα, που νεκρανασταινόμαστε κάθε 5 λεπτά, ποτέ δεν το κατάλαβα. Τι ψυχαναγκαστικό παιχνίδι ανακάλυψε ο προγραμματιστής και σκέφτηκε να το εφαρμόσει στα κινητά. Εμένα να σας πω, σχεδόν με προσβάλλει. Είναι σα να μου λέει, κοίτα μεγάλε ξέρουμε τι μαλάκας είσαι. Πρέπει να ενεργοποιήσουμε αυτή την εφαρμογή, να ξυπνήσεις κάποτε ο άνθρωπος, να φτάνεις εγκαίρως στην δουλειά για να μπορείς να πληρώνεις λογαριασμούς τηλεφώνου, άρα και συσκευές τηλεφώνων, άρα και εμένα. Α το έλυσα και τούτο το μυστήριο. Δόξα τον Αη φον.

Τέλος πάντων, ας κλείσω εδώ την παρένθεση κι ας συνεχίσω απ’ την σκηνή όπου βρίσκομαι στον νιπτήρα. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη που λέτε και λέω: Πως είσαι έτσι ρε παπάρα. Το μαλλί κλασσικά δεν στρώνει με τίποτα. Πάμε για λύση καπέλο. Ρίχνω νερό στη μούρη, πλένω δόντια και γίνομαι σίφουνας γιατί κλασικά έχω αργήσει. Ψάχνομαι να δω αν τα έχω πάρει όλα και με το μάτι πρησμένο σε μέγεθος πτωματοσακούλας,  ζαλισμένος από τη νύστα, τσεκάρω στον καθρέφτη του ασανσέρ αν όντως φόρεσα παντελόνι. Ναι γιατί έχει γίνει και αυτό.

Για πρωινό ούτε λόγος βέβαια, αν και αυτό είναι μία δοκιμασία που θα έπρεπε να καθιερωθεί στα παιχνίδια επιβίωσης. Δηλαδή του πως χωρίς καφέ, μπορείς και περνάς ανάμεσα από τα αυτοκίνητα με μηχανάκι στην Πειραιώς, χωρίς να πατήσεις γριά και χωρίς να κατεβάσεις δέκα καθρέφτες.

Και άιντε πάλι φτάνω δουλειά, κλασσικά αργοπορημένος πάνω από μισάωρο. Η αντίληψη που έχει επικρατήσει είναι ότι οι τύποι που κάνουν πνευματική εργασία και ιδίως ‘’καλλιτεχνική’’ όπως εμείς οι γραφίστες δικαιούνται μια ελαστικότητα στο ωράριο. Και καλά για να πάρει μπρος ο εγκέφαλος ρε παιδί μου. Αυτό μεταφράζεται ότι δεν χτυπάμε κάρτα στο εργοστάσιο 7 το πρωί κι αυτό είναι η μικρή μας πολυτέλεια. Αμ δε.

Είχα περίπτωση που χτύπαγα κάρτα πρωινιάτικο στις 7. Ηθελα να του πω ρε μάστορα είσαι καλά? Τι με πέρασες γαλατά? Να σου πήξω λίγο φέτα όταν φτιάχνω τη μακέτα? Αλλά όοχι καριολάκι σου λέει ο Boss. Tι είσαι εσύ καλύτερος από τον ταπεινό εργάτη εεεεεεε? Οοοχι θα χτυπάς κάρτα μαζί τους. Ε ναι εδώ έχουμε την αντίθετη περίπτωση όπου το αφεντικό είναι αυτοδημιούργητο και στα νιάτα του είχε φάει στη μάπα, το γιαπί το πηλοφόρι το μυστρί.

Τον έπιανε λοιπόν το κουμμουνιστικό του κι ήθελε να πάρει εκδίκηση για όσους λελέδες ερχόταν με το πάσο τους στις γραφειάρες τους ενώ αυτός ξεροστάλιαζε στη στάση του λεωφορείου από τις πεντέμισι το πρωί. Τώρα που έγινα αφεντικό, θα δείτε τι θα πάθετε σου λέει. Και την πλήρωσα εγώ.

Και δεν το συζητούσε με τίποτα. Και κάθε τέλος του μηνός είχαμε νταβαντούρια. Με καλούσε στο γραφείο να ελέγξει την κάρτα μου. Ούτε έλεγχος φρουράς στο στρατό. Αν αργούσες η κάρτα σου χτύπαγε με κόκκινα νούμερα. Καλά καταλάβατε ότι την είχα κάνει εισιτήριο του Ολυμπιακού. Και κάθε τέλος του μήνα μισθός και καντήλια. Ξινό μου βγαίνε.

Δεν υπήρχε σωτηρία.

Έξι το πρωί έπρεπε να ξυπνήσω ο κατακαημένος, να βγω στην Εθνική με τη μηχανή και να κάνω ένα μισάωρο μες το κρύο, με την τσίμπλα στο μάτι, για να χτυπήσω κάρτα στη Μεταμόρφωση. Ε αυτό ήταν καψόνι. Και το καλοκαίρι, πάλι καλά. Το χειμώνα Μεταμορφωνόμουν απ’ το κρύο. Μέχρι που βρήκα τη λύση. Στην αρχή, έβαζα άλλους και μου τη χτυπάγανε. Όμως το ρουφιανιλίκι έπεφτε σύννεφο κι έτσι βρήκα άλλο τρόπο. Πλαστογραφούσα την κάρτα. Ναι ρε. Τόσο καλός γραφίστας ήμουν.

Είχα προμηθευτεί, κενές κάρτες από το λογιστήριο, χτυπούσα ότι νούμερα ήθελα στον εκτυπωτή και αντικαθιστούσα την κόκκινη κάρτα κάθε τέλος του μήνα. Αποβολή και πέναλτι δικέ μου! Και μια χαρά όλα μέλι γάλα. Χαμπάρι δεν πήρε κανείς. Οι ρουφιάνοι κοιταζόταν μεταξύ τους.

– Μα τον πούστη τον έχω δει, είχε αργήσει πάνω από 10 φορές αυτόν το μήνα.

– Κι εγώ

– Πως δεν έχει κόκκινα νούμερα πάνω στην κάρτα.

– Κάτι κάνει το λαμόγιο

Χα γατάκια. Καλόν ύπνο.

Αφού το μυστήριο λοιπόν, παρέμενε κρυπτογραφημένο, εγώ χαλάρωσα και τότε η δημιουργικότητά μου ξεκίνησε να αποδίδει. Το αφεντικό ήθελε να μου δώσει και αύξηση. Πήγα να του τη μαρτυρήσω την λαμογιά και να του πω:

«Είδες μάστορα, λίγο που χαλάρωσα με το ωράριο, γαμώ τις δουλειές σου έβγαλα»

Αλλά δεν θα το δεχόταν ο εγωισμός του να παραδεχτεί το λάθος του το ήξερα. Όμως τελικά δεν τραβούσε η δουλειά ούτε με αυτό το συστηματάκι. Η απόσταση μας χώρισε. Έπρεπε να φύγω να βρω αλλού. Και βρήκα. 10 λεπτά απόσταση. Κέντα.

Εκεί τα πράγματα ήταν πιο πολιτισμένα με το ωράριο. Έπιανες δουλειά στις εννιά χαλαρός κι ωραίος. Κλασσικό εννιά – πέντε. Αλλά άμα ο άνθρωπος είναι παπάρας και 12 το μεσημέρι να του πουν να πάει θα αργήσει. Έτσι κι έγινε. Με τον καιρό το εννιά έγινε δέκα και το δέκα, έντεκα. Μετά, που έγινα τελείως παλαίουρας και ουσιαστικά σερνόμουν, υπήρχαν και μέρες που πήγαινα και στις μία το μεσημέρι. Μια φορά, πήγα στις τρεις έτσι για τη βόλτα να πιώ ένα καφέ και να δω αν με έψαξε κανείς. Ε τι να σας πω δεκατρία χρόνια έκατσα στην εταιρία, το μόνο μας θέμα ήταν αυτό. Ε δεν μπορείς να τα ‘χεις και όλα έτσι δεν είναι?

Μετά λοιπόν που έμεινα άνεργος με την κρίση, έψαχνα για δουλειές σε αγγελίες. Κάτι Κηφισιές και Χαλάνδρια αποκλειόταν με συνοπτικές και δεν ‘πα να μου δίναν 5000 ευρώ το μήνα και πίπες κάθε πρωί.

Θυμόμουν τα τραύματα που είχα στην εταιρία της Μεταμόρφωσης και λέω δεν είσαι καλά που θα ξαναδώ αυτό το έργο. Δεν γίνεται πουλάκι μου. Άσε καλύτερα από μακριά κι αγαπημένοι που λένε. Άρα εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσα να δουλέψω έτσι. Ας πεινάσω, είπα.

Την πείνα την άντεξα, αλλά το να μην έχω τσιγάρα όχι. Η ανάγκη ένεκεν λοιπόν, με έκανε να πάω για συνέντευξη στο Μαρκόπουλο. Ναι πήγα εκεί. Στον Μάρκο Πούλο. Εγώ. Που άμα μου πουν να πάω στο περίπτερο για τσιγάρα, παίρνω το σκούτερ.

Αλλά πως την είδα εκείνη την εποχή, μόντερν ιμπλόιμεντ Αμερικάνος κι έτσι. Σκέφτηκα τους ομογενείς που μένουν στα Μπάλιτιμορ και στα Σικάγκα, όπου μερικοί εξ αυτών, κάνουν και δυο ώρες για να πάνε στη δουλειά. Κάνε κι εσύ 45 λεπτά μαλάκα λέω μια φορά, να δεις τη γλύκα. Μην σας τα πολυλογώ, πήγα ήρθα και απήλθα. Τον Μακρυπούλον. Ωραία δουλίτσα αλλά δεν.

Μετά που το σκέφτηκα πιο ψύχραιμα είπα: Να κάνω 45 λεπτά στο πήγαινε, δηλαδή μιάμιση ώρα κάθε μέρα. Επί 250 εργάσιμες, 450 το χρόνο με την κίνηση. Δηλαδή μισό μήνα και κάτι περίπου το χρόνο στο δρόμο? Ααα δεν πάμε καλά. Μα πως και δεν το σκέφτηκα αυτό, πριν πάω για συνέντευξη. Τέλος. Δεν έχω μήνες για χάσιμο αγάπη μου, πάτησα τα 40

Και τελικά να μη σας τα ματαξαναλέω κατέληξα πάλι σε εργοστάσιο, γραφίστας και πάλι, με ξύπνημα 7 το πρωί και χτύπημα κάρτας στις 8. Φτάνει, φτάνει, φτάνει η ζωή μου κύκλους κάνει.

Όταν με προσέλαβε μου λέει: άιντε καλορίζικος.

Αύριο ξεκινάς στις 8. Ποιές 8 του λέω το βράδυ? Ρε μπας και δεν κατάλαβα καλά και με προσλάβανε σε εφημερίδα? Όχι μου λέει ρε φίλος, το πρωί. Τι έχεις πρόβλημα με το ξύπνημα? Εγώ? Είσαι καλά αφεντικό.  Επίτιμο μέλος του Συλλόγου Κυνηγών είμαι, το χω. Ναι καλά.

Λέω μαλάκα μου τώρα πως θα γίνει, βρήκαμε ωραία δουλίτσα πολιτισμένη, αλλά πως θα παίξει το ξύπνημα?

Ε θα το παλέψω λέω του πούστη. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος παιδιά μου. Μια βδομάδα κάτι έγινε. Τη δεύτερη αφήστε τα. Η καρτούλα βάρεσε κόκκινα πάλι. Το παλικάρι το αφεντικό, καλό παιδί, αλλά όπως κάθε αφεντικό, δεν τα περνούσε αυτά στο ντούκου. Κι εδώ που τα λέμε να σας πω αν γίνω κι εγώ αφεντικό κάποτε και πετύχω κάνα μαλακισμένο σαν και μένα, θα του ρίξω γκάζια, μην λέμε κι ότι θέλουμε.

Λοιπόν λέω με το θέμα, Παναή δε γίνεται, πρέπει να αλλάξεις το σύστημα, γιατί πάλι άνεργος θα ‘σαι. Ε και το άλλαξα. Όχι μην νομίζετε ότι ξύπναγα. Απλά δεν κοιμόμουν. Πήγαινα σερί. Ε λέω δε γαμείς, 4ωρο ημιαπασχόληση ήταν, στις 12 το μεσημέρι θα πηγαίνω για ύπνο. Και προχώρησε κάπως έτσι το θέμα. Ε είχαμε τα προβληματάκια μας και τελικά έφτασε ο Ιούλιος, αυτός ο ευλογημένος μήνας που παίρνεις τις μεγάλες αποφάσεις. Απολύθηκα και πήγα διακοπές.

Πήγα που λέτε διακοπές και καθάρισε το μυαλό. Και τελικώς το αποφάσισα. Από δω το έφερνα από κει το έφερνα, είπα τελικά να μην έχω ωράριο. Κι έγινα Φριλανσεράς. Τι είναι τούτο? Θα σας το περιγράψω στο αμέσως επόμενο επεισόδιο.

 

Σ’ ευχαριστούμε για το χρόνο σου να διαβάσεις αυτό το άρθρο. Αν σε βοήθησε και πιστεύεις πως θα μπορούσε να βοηθήσει και κάποιο φίλο σου, τότε θα ήταν τέλειο να το κοινοποιήσεις… θα το εκτιμήσουν οι φίλοι σου … και φυσικά και εμείς:) . Μην ξεχάσεις να δείς και το –> Το Ημερολόγιο Ενός Γραφίστα